O XΡΟΝΟΣ ΠΑΛΙ (DELETED SCENES)

«Ο χρόνος πάλι» είναι ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο που κυκλοφόρησε στις 29 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Πατάκη. Όπως κάθε φορά, έγραψα πάνω από εκατόν τριάντα χιλιάδες λέξεις –που αντιστοιχούν σε 500 σελίδες περίπου- και στην τελική επεξεργασία έκοψα καμιά σαρανταριά (για χιλιάδες μιλάμε πάντα…) Παρακάτω παραθέτω την ιστορία της ξαδέρφης μου της Αργυρώς την οποία πέταξα στο μοντάζ. Οπωσδήποτε, στην οικογένειά μας, υπάρχει ιστορικό αυτοκτονίας: μερικοί την πέτυχαν, άλλοι, όπως η Αργυρώ, αποδείχτηκαν losers και σ’ αυτόν τον τομέα. Εδώ μιλάει η Αργυρώ, η οποία αναφέρεται σ’ εμένα ως «η ακατονόμαστη».

Μιμήθηκα, κατά γράμμα, το δυστύχημα του Κλοντ Φρανσουά (η ακατονόμαστη είχε δίσκο βινυλίου με τον τζιτζιφιόγκο στο εξώφυλλο) ο οποίος, ενώ βρισκόταν στην μπανιέρα, βάλθηκε να στεγνώνει τα μαλλιά του με το πιστολάκι∙ το ’78 ο ξάδερφός μας ο Τάκης, η φίλη του η Μπέλλα, η Νέλλη και η ακατονόμαστη έφτιαχναν φράντζες με πιστολάκι∙ τρόπον τινά, ήταν κι αυτός ένας λόγος για τον οποίον αναζητούσα τον δρόμο προς την κοντινότερη έξοδο. Οι φράντζες! Η ασχήμια! Η κακογουστιά! Δεν βρήκα τον δρόμο προς την κοντινότερη έξοδο: τη στιγμή που πάτησα το κουμπί για να ανάψει το πιστολάκι διαπίστωσα διακοπή ρεύματος∙ είχε πάψει να ακούγεται κι ο ήχος του ψυγείου.

Κατόπιν τούτου, άρχισα να μελετώ επιτυχημένους τρόπους αυτοκτονίας διασήμων: πνιγμός (Βιρτζίνια Γουλφ), δήγμα φιδιού (Κλεοπάτρα), ασφυξία σε κλειστό γκαράζ, με αναμμένο τον κινητήρα του αυτοκινήτου (Στιγκ Ντέγκερμαν), κεφάλι-σε-φούρνο-γκαζιού (Σύλβια Πλαθ), εκπαραθύρωση (χρεοκοπημένοι επιχειρηματίες κατά το κραχ του 1929). Ο πνιγμός απερρίφθη ως μάλλον ανέφικτος (στο λύκειο ήμουν πρωταθλήτρια στην πεταλούδα), το φίδι δυσεύρετο (να κλέψω ερπετό από ζωολογικό κήπο; Γίνονται αυτά;)∙ όσο για την εκπαραθύρωση, επειδή μένω στον πρώτο όροφο, θα ενέπλεκε «τρίτους» ― όπως συνηθίζουμε να λέμε ― πράγμα που πρέπει να αποφευχθεί∙ εννοώ ότι δεν μπορώ να πάω να επισκεφτώ τον Αντώνη και την Ντίνα που μένουν στον έβδομο και να τους πηδήξω από το παράθυρο∙ παραείναι αγένεια ― τέλος, η μέθοδος της Σύλβια Πλαθ απερρίφθη ως εξίσου ανεφάρμοστη επειδή δεν ξέρω κανέναν που να χρησιμοποιεί φυσικό αέριο για φούρνο. Άλλωστε, όπως είπα, δεν ήθελα ποτέ να γίνω αυτόχειρας στον φούρνο κάποιου άλλου.

Η ζωή συνεχίστηκε κι εγώ έκανα την τέταρτη απόπειρα: κρεμάστηκα από τον πολυέλαιο που κοσμεί ― κοσμούσε ― το σαλόνι της μητέρας μου (τριανταφυλλόξυλο, πόδια σε σχήμα λιονταρίσιο: ήταν σαλόνι της γιαγιάς και της προγιαγιάς μου) από την εποχή που η οικογένειά μας παρίστατο στους χορούς του Όθωνα και της Αμαλίας. Ο πολυέλαιος βρισκόταν εκεί, αναλλοίωτος, επί εκατόν εβδομήντα χρόνια («ο πλούτος», έλεγε η μαμά, «φαίνεται στα φωτιστικά”), αλλά όταν κρέμασα το σχοινί, πέρασα τη θηλιά γύρω από τον λαιμό μου και πέταξα τη σκάλα ώστε να απαγχονιστώ, ο σοβάς της οροφής υποχώρησε και σωριαστήκαμε στο πάτωμα μαζί με τον πολυέλαιο. Το θλιβερό γεγονός απέδωσα στην πρόχειρη ανακαίνιση αλβανικού συνεργείου. Για το ότι δεν κατάφερα να αυτοκτονήσω αιωρούμενη από την οροφή φταίνε οι Αλβανοί.

Στη συνέχεια, μου χορηγήθηκαν κι άλλα αγχολυτικά μαζί με συνδυασμό αντικαταθλιπτικών, καθώς και αλοιφή για τους μώλωπες (από το σχοινί και από κομμάτια του πολυελαίου που μου ήρθαν, τρόπον τινά, καπέλο): ενώ νοσηλευόμουν σε ιδιωτικό τρελάδικο στο Κεφαλάρι εκπονούσα ύπουλα την πέμπτη απόπειρα∙ σφαίρες δεν μπορούσα να βρω ― δεν ζούμε στο Τέξας ― ούτε να προσλάβω εκτελεστή∙ δεν ζούμε σε ταινία του Άκι Καουρισμάκι. Πάντως, για να είμαι ειλικρινής, η αναζήτηση τρόπου αυτοκτονίας έδινε κάποιο νόημα στη ζωή μου∙ επιπροσθέτως, με ανάγκαζε να διαβάζω και να μαθαίνω ένα σωρό πράγματα. Για παράδειγμα, μπορείς να πάθεις ασφυξία αν κοιμηθείς σε δωμάτιο γεμάτο φυτά: τα φυτά απορροφούν όλο το οξυγόνο και γίνεσαι μπλε και σκας blue in the face. Οπότε, παράγγειλα έναν τόνο γλάστρες από διαφορετικά φυτώρια (για να μην κινήσω υποψίες) και τις τοποθέτησα τη μία πάνω στην άλλη στο δωμάτιό μου ― το αδιαχώρητο! ― και, αφού κατάπια όσα υπνωτικά μπορούσα χωρίς να μου έρθει τάση για εμετό, ξάπλωσα και κοιμήθηκα. Για να ξυπνήσω την επομένη στις πέντε το απόγευμα, ζαλισμένη, με «μερική αμνησία», «σύγχυση», «αταξία» (κοινώς: αλλού πατάω, αλλού βρίσκομαι), «εξωπυραμιδικό σύνδρομο» όπως λένε οι γιατροί (κοινώς: τρέμουν τα χέρια μου), και τα συναφή∙ δεν μπορούσα να περπατήσω: τρέκλιζα∙ ούτε να μιλήσω: τραύλιζα. Αλλά, γύρω στα μεσάνυχτα, ήμουν περδίκι (σχεδόν). Ύστερα, επί δύο εβδομάδες, χάριζα γλάστρες σε φίλους και γνωστούς: μα καλά, πού τις είχες βρε παιδάκι μου όλες αυτές τις γλάστρες; Αφού δεν έχεις καν μπαλκόνι…

Επόμενο βήμα: αποφάσισα να απευθυνθώ σ’ ένα είδος δόκτορος Κεβόρκιαν: στην πρώην φίλη του ξαδέρφου μας του Τάκη, την Μπέλλα (που, αν οι πληροφορίες μας είναι σωστές, ο Τάκης ξυλοκόπησε και έπειτα είχε το θράσος να πει: την έδειρα επειδή την αγαπούσα!) η οποία, από τότε που χώρισε με τον Τάκη εργάζεται ως παρασκευάστρια στον Ευαγγελισμό. Άρα – σκέφτηκα – θα είχε πρόσβαση σε χλωριούχο κάλιο. Το KCl είναι το βασικό συστατικό του θανατηφόρου ενέσιμου υγρού που χρησιμοποιείται για την θανατική ποινή στις ΗΠΑ (αυτό το έμαθα από την ακατονόμαστη που τραβάει ζόρι με τη θανατική ποινή λες και πρόκειται να αναβαθμιστεί από κλέφτρα αυτοκινήτων σε κατά συρροήν δολοφόνο): εγγυημένα πράγματα∙ με σύριγγα ινσουλίνης χορηγείς ενδοφλεβίως λιγάκι (ή και περισσότερο, για σιγουριά) χλωριούχο κάλι και η καρδιά σου σταματάει στο φτερό. Αλλά, η Μπέλλα με έδιωξε λέγοντάς μου ― τσιρίζοντας, όχι «λέγοντας» ― ότι τους έχω τρελάνει όλους και ότι, πρώτη από τους «όλους», έχω τρελαθεί εγώ. Και να πάω να κοιταχτώ. Μα, κοιτάζομαι: από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου με τρέχουν στους γιατρούς.

Φεύγοντας άπρακτη από τον Ευαγγελισμό, σύρθηκα μέχρι τον σταθμό του μετρό που μόλις είχε ανοίξει: τι ωραία βαγόνια! Τι καθαριότητα! Τι ωραίες μελωδικές φωνές που προειδοποιούν για πορτοφολάδες! Τι σέξι φωνές που αναγγέλλουν τους σταθμούς! Μπήκα στο βαγόνι και φτάνοντας στην επόμενη στάση – Σύνταγμα! – μου ήρθε να βάλω τα κλάματα: όχι μόνον επειδή είμαι καταθλιπτική, ψυχωσική σχεδόν, και θέλω να αυτοκτονήσω, αλλά επειδή το Σύνταγμα ήταν πάντα για μένα το κέντρο του σύμπαντος (μικρό σύμπαν)∙ και να που τώρα το Σύνταγμα έχει σταθμό του μετρό! Άρα, αποφάσισα μόλις μού πέρασε η συγκίνηση, ιδού ο ιδανικός τόπος για να πεθάνω: καταμεσής στην πλατεία της πόλης όπου γεννήθηκα και δυστύχησα τόσο ώστε να εξυφαίνω την αυτοκτονία μου. Για μια στιγμή κάθισα στον πάγκο να συνωμοτήσω κατά του εαυτού μου, κάτω από τον χάρτη του δικτύου και δίπλα σε μια διαφήμιση φρουτοχυμού ΖΗΣΤΕ ΑΝΕΜΕΛΑ! Μάλιστα, αυτό είναι κι είναι απλό: Άννα Καρένινα! Θα σταθώ στην αριστερή άκρη, προτού δηλαδή το τρένο επιβραδύνει πολύ και ζντουπ! μπρούμυτα στις ράγες. Πώς δεν το είχα σκεφτεί νωρίτερα; Νωρίτερα δεν είχαμε μετρό, είχαμε μόνον τη γραμμή του υπογείου∙ ο συρμός ήταν αναξιόπιστος λόγω χαμηλής ταχύτητας και τραμπαλίσματος. Μπορούσε να σε αφήσει ανάπηρο χωρίς να σε αποτελειώσει.

Δεν εκτέλεσα την απόφαση την ίδια μέρα που την πήρα. Οι αυτοκτονίες χρειάζονται σχεδιασμό και ψυχική προετοιμασία. Θα πείτε: look who’s talking! Ο ατζαμής αυτόχειρας! Ό,τι και να πείτε, την επομένη επέστρεψα στον σταθμό του Συντάγματος∙ ήταν γύρω στις τρεις το μεσημέρι (ξυπνάω αργά γιατί παίρνω πολλά υπναγωγά και αντικαταθλιπτικά φάρμακα ― ταμπλέτες, κάψουλες συν ένα σιρόπι ― ώστε να μην αυτοκτονήσω) και φορούσα καθαρό πουκάμισο και δαντελένια εσώρουχα (θέλω να κάνω εντύπωση ως πτώμα)∙ έτσι, στις ομορφιές μου, την έστησα στο αριστερό άκρο της αποβάθρας. Περιμένοντας κοιτούσα τη σήραγγα που θα πιτσιλιζόταν με αίμα και τους ανθρώπους που περίμεναν κι αυτοί, ανυποψίαστοι ότι δίπλα τους στέκεται μια τρελή για σκότωμα. Οι περισσότεροι έδειχναν ανυπόμονοι – αργεί, αργεί! – και καταπονημένοι από τη ζέστη, μολονότι ο σταθμός κλιματίζεται. Προτού δω τα δύο μάτια του τρένου να μεγεθύνονται πλησιάζοντας, παρατήρησα στις ράγες μερικά πεταμένα εισιτήρια, ένα πλαστικό καλαμάκι∙ ύστερα, είδα το βαγόνι να υλοποιείται μπροστά μου, κι ενώ ήμουν έτοιμη να ορμήσω, έpεσε πυκνό σκοτάδι. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ακούγεται μια φωνή – ωραία, μελωδική, ατάραχη: DO NOT PANIC. Καλά είναι όλ’ αυτά, πώς αισθάνεται όμως ένας άνθρωπος που έχει πάρει φόρα για να ριχτεί στις σιδηροτροχιές, κάτω από ένα ολόκληρο βαγόνι, ώστε να πολτοποιηθεί και να ησυχάσει, πλην όμως εκείνη τη στιγμή γίνεται μπλακ-άουτ; Ποιος κάνει φάρσες; Ποιος και γιατί προσπαθεί να μας σπάσει το ηθικό; Μήπως και στη ΔΕΗ είναι ατζαμήδες αν και διαφορετικού είδους;

Εν πάση περιπτώσει, το βαγόνι σταμάτησε σαν να εξέπνεε. Ενώ εγώ δεν εξέπνευσα. Η αυτοκτονία μου ανεβλήθη λόγω υπερφορτισμένου δικτύου: δεν πέθανα εξ αιτίας των κλιματιστικών, εξ αιτίας της σπατάλης ενέργειας και της αδυναμίας της ΔΕΗ να προσαρμοστεί στις ανάγκες της μεγαλούπολης. Ωστόσο, συλλογίζομαι στα σοβαρά: μήπως τελικά υπάρχει θεός; Μήπως ο πατέρας μου, ο μοναδικός θρησκευόμενος σε μια οικογένεια αθέων κι απ’ τα δύο σόγια – είχε δίκιο; Μήπως υποπίπτουμε οικογενειακώς σε σοβαρό σφάλμα με το να μην πιστεύουμε; Μήπως, αίφνης, βρω τη γαλήνη σε κάποια αίρεση; Θα το ψάξω.

Υστερόγραφο: Η ξαδέρφη μου η Αργυρώ, αφού μας έκοψε (μεταφορικά) το αίμα κάμποσες φορές, παίρνει μια κάψουλα Xeristar κάθε πρωί και τρία χάπια Seroquel το βράδυ∙ η κατάστασή της έχει σταθεροποιηθεί∙ απ’ όσο ξέρουμε, δεν κάνει πια αυτοκτονικές σκέψεις, πολύ λιγότερο δε αυτοκτονικές πράξεις. Η μοναδική σοβαρή παρενέργεια της τελευταίας της περιπέτειας (πήγε να ριχτεί στον συρμό του μετρό) είναι ότι πίστεψε στον Θεό ― ο οποίος, κατά την Αργυρώ, έδειξε εφτά φορές την παντοδυναμία του ― και έγινε μέλος του εκκλησιάσματος στον ναό του Αγίου Βασιλείου στο Πεδίον του Άρεως. Την αλλόκοτη αυτή συμπεριφορά αποδίδω στην ενεργοποίηση γονιδίου από τον πατέρα της η οποία οφείλεται, με τη σειρά της, στη χρόνια φαρμακευτική αγωγή: έχω τελειώσει τη Φαρμακευτική, ξέρω από φάρμακα. Δεν έχει σημασία: το μοιραίο απεφεύχθη και, προς το παρόν, ουδείς σταθμός έχει πιτσιλιστεί με αίμα.

Popularity: unranked [?]

Share this!
  • Facebook
  • MySpace
  • Twitter
  • del.icio.us
  • Google Bookmarks
This entry was posted in zeppelin and tagged , . Bookmark the permalink. Both comments and trackbacks are currently closed.