Ο ΔΙΑΤΑΡΑΓΜΕΝΟΣ ΠΙΓΚΟΥΙΝΟΣ

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα βράδια του 2009 ήταν αυτό με τον Werner Herzog στο Ίδρυμα Κακογιάννη στην Πειραιώς. Σ’ έναν ασφυκτικά γεμάτο, μικρό χώρο προβολής, ο ιδιοφυής γερμανός σκηνοθέτης παρουσίασε ο ίδιος την υποψήφια για Όσκαρ ταινία-ντοκιμαντέρ, Encounters at the End of the World. Το -γυρισμένο στην Ανταρκτική το 2007- φιλμ, ξεκίνησε από την επίμονη επιθυμία του Herzog να καταγράψει τη θάλασσα κάτω από τους πάγους μετά από σχετικές διηγήσεις του μουσικού, δύτη και συνεργάτη του Henry Kaiser. Κατάφερε με τρομερή δυσκολία να εξασφαλίσει την άδεια να μπει με τον κάμεραμάν του στην οργανωμένη κοινότητα των ανθρώπων που ζουν στον πολικό Σταθμό του ΜcMurdo και κατέληξε με την πιο ανθρώπινη ταινία που έχω δει με θέμα τη φύση. Ο σκηνοθέτης που σιχαίνεται τις όψιμες φιλοοικολογικές υπερβολές όσο και «το έκτρωμα ενός στούντιο αερόμπικ» στον παράδοξο αυτό καταυλισμό, αφηγείται ο ίδιος τις ημέρες του εκεί, και με το εξαιρετικά αυστηρό, ξερά χιουμοριστικό και απόλυτα διαισθητικό πνεύμα του, συλλαμβάνει όλους τους αόρατους τρόπους με τους οποίους η ανθρώπινη ιστορία συνδέεται με αυτή της γης, συνθέτοντας τελικά ένα δίκτυο κινήτρων, εμμονών, λόγων για να ζει κανείς. (Στην ταινία  Wild Blue Yonder του 2005 το σύμπαν ολόκληρο συμμετείχε σε μια αντίστοιχη εξερεύνηση, καθώς ο Herzog χρησιμοποίησε footage από γυρίσματα της ΝΑΣΑ μαζί με υποβρύχιες λήψεις).

Στο McMurdo βρίσκονται συγκεντρωμένοι ορισμένοι από τους πιο παράξενους και πολυτάλαντους χαρακτήρες του κόσμου: «Είναι σαν να τον κούνησες και όσοι δεν ήταν καλά ριζωμένοι κάπου να έπεσαν εδώ», όπως λέει κάποιος από αυτούς στον φακό. O τρόπος που οι ιστορίες των ανθρώπων αυτών εγγράφονται πάνω στο ζωντανό σώμα των ορίων της γης, η ευπρέπεια του τρόπου αυτού, είναι νομίζω μάθημα για κάθε δημιουργό, σε οποιοδήποτε μέσο τέχνης και αυτό που προσωπικά συγκράτησα ανάμεσα σε λίγα πράγματα από τη χρονιά που πέρασε. Η αναφορά στην παράδοξη συμπεριφορά των πιγκουίνων είναι ένα τέτοιο παράδειγμα μέσα στο φιλμ: για λόγους άγνωστους, όπως λέει  στην ταινία ένας από τους επιστήμονες/κατοίκους του Σταθμού, ενίοτε, ένας πιγκουίνος, από τα μεγάλα κοπάδια που κατευθύνονται μαζικά στη θάλασσα για την τροφή τους, αλλάζει κατεύθυνση και προχωρά προς την ενδοχώρα, εντελώς μόνος και ενάντια σε κάθε ένστικτο επιβίωσης του είδους. Οποιαδήποτε προσπάθεια των παρατηρητών να επιστρέψουν τον «διαταραγμένο» πιγκουίνο στο κοπάδι είναι μάταιη. Στο τέλος της προβολής της ταινίας, απαντώντας σε σχετική παρατήρηση του κοινού, ο ευγενής αλλά ιδιαίτερα λιγομίλητος Herzog αρνήθηκε ότι η πρόθεσή του ήταν να κάνει κάποια περισπούδαστη «μεταφορά» για την ανθρώπινη κατάσταση ή ακόμη χειρότερα μια ελεγεία για το περιβάλλον. Για να κάνει άλλωστε την ταινία μελέτησε τα Γεωργικά του Βιργίλιου, όπου ο συγγραφέας ταπεινωμένος από το μεγαλείο της φύσης αρκείται στο να περιγράψει απλά ό,τι αντικρίζει, να το ονοματίσει εξαντλητικά. Ακριβώς όπως η μουσική της ταινίας, που κορυφώνεται σ’ ένα χορωδιακό κομμάτι Ορθόδοξης Λειτουργίας, όπου απαριθμούνται τα ονόματα των Αγίων και δι’ αυτού δοξολογείται η Χάρη τους. «Ένας διαταραγμένος πιγκουίνος δεν είναι παρά ένας διαταραγμένος πιγκουίνος», κατέληξε ο άνθρωπος που μετέφερε με ανθρώπινα χέρια ένα πλοίο επάνω σ’ ένα βουνό, στη ζούγκλα του Fitzcarraldo. «Νομίζω ότι η συντριπτική αίσθηση της Φύσης εκεί έξω, είναι η αδιαφορία της. Το Σύμπαν δεν δίνει δεκάρα για εμάς».

ΠΡΟΣ ΕΝΑ ΑΤΕΛΕΣ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΕΚΑΕΤΙΑ (2010)
Η επιστροφή της Πολιτικής στην Τέχνη και την Αρχιτεκτονική


(απόσπασμα από το τελευταίο μέιλ του 2009. Από τον Γιώργο Τζιρτζιλάκη)

ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΧΩΡΟ (εξωτερικό και εσωτερικό)
Η δράση Kicking and screaming. A divine comedy, στο κτήριο με την επωνυμία ΣΥΝΕΡΓΕΙΟ, Κολωνού 21 στο Μεταξουργείο, ήταν από τις πιο δυναμικές και ενδιαφέρουσες προτάσεις στην εκπνοή της χρονιάς. Η συνεργασία της χορογράφου Αμάλιας Μπένετ (με την ομάδα ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ και την Polyplanity Productions) και του εικαστικού Πάνου Φαμέλη πέτυχε να ενεργοποιήσει τόσο την αντίληψή μας για την περφόρμανς και τη σχέση της με την εικαστική λειτουργία, όσο και την κρυφή ζωή ενός κτηρίου το οποίο βρίσκεται  στο πραγματικό και συμβολικό κέντρο της περίφημης ανάπλασης της ευρύτερης περιοχής του Μεταξουργείου. Η τελετουργική περιπλάνηση των επισκεπτών υπό την αυστηρή καθοδήγηση ενός απολαυστικού περφόρμερ-συνοδού σε σταθμούς εντός του κτηρίου, περιλάμβανε τέτοιου είδους και μέτρου επαφή με την ύλη (λάσπη, κάρβουνα, πευκοβελόνες, κόκκαλα, στάχτη, ανθρώπινα σώματα), τους ήχους (λόγος, ζωντανό τραγούδι, μαγνητοφωνημένοι βρυχηθμοί, οι ανάσες ενός ζωντανού σκύλου), τις εικόνες (εγκαταστάσεις, χορευτικά, φωτογραφίες) και το σώμα του χώρου (αντεστραμμένου ερειπίου, από τα πολλά της Αθήνας), ώστε να συγκροτείται μια ερεθιστική εμπειρία γύρω από τη σχέση εσωτερικού και εξωτερικού, ψυχολογικού και περιβάλλοντος χώρου.
Η κατάληξη, με την επίδειξη «ζωντανής γλυπτικής» του Φαμέλη και το γλυκό τσάι στο απέναντι Αιγυπτιακό καφενείο ανάμεσα στις φωτογραφίες του Τάσου Βρεττού (ένα είδος δηλωμένης οπτικής μπλόφας, με πρωταγωνιστή την καρδιά του δάσους), ανάμεσα στο σπίτι-ενυδρείο και τον ηλεκτρονικό καταρράκτη (καμάρια του ιδιοκτήτη του χώρου), δικαίωσαν, με το τρόπο που προέκτειναν τον πραγματικό και συμβολικό τόπο του έργου αλλά και με το κρυφό χιούμορ και τη φυσικότητά τους, την αναφορά του έργου στην Θεία Κωμωδία. Απολαυστικό και άξιο συνέχειας.



Share this!
  • Facebook
  • MySpace
  • Twitter
  • del.icio.us
  • Google Bookmarks
This entry was posted in art and tagged , , . Bookmark the permalink. Both comments and trackbacks are currently closed.
  •  

    Loading...Loading...