του Άκη Καπράνου (akiskapranos@yahoo.gr) | 14/01/2010
Τώρα που τα ταμεία μετρούν τα κέρδη και ο Κάμερον ετοιμάζει το σίκουελ, ας μιλήσουμε λίγο πιο σοβαρά (και ουσιαστικά) για το πιο εντυπωσιακό πυροτέχνημα στην ιστορία του σύγχρονου σινεμά.
Λένε πως οι κριτικοί κινηματογράφου απολαμβάνουν να ρίχνουν στα Τάρταρα ταινίες που έχουν στοιχίσει δισεκατομμύρια. Ταινίες-μεγαθήρια, ταινίες που συνοδεύονται από ένα σαρωτικό κύμα προώθησης, ταινίες σκηνοθετών γνωστών για την αγάπη τους προς τα πανάκριβα παιχνίδια. Και το απολαμβάνουν επειδή είναι οι ίδιοι κομπλεξικοί. Από τη ζήλια τους δηλαδή, που βλέπουν κάτι να τους ξεπερνά σε τέτοιο βαθμό. Και χύνουν μελάνι-δηλητήριο για να γλυκάνουν της μετριότητας το απωθημένο. Παρεμπιπτόντως, αυτοί που τα λένε αυτά, συνήθως, κάνουν την ίδια δουλειά. Ελπίζω πάντως να μην είμαι ένας από αυτούς τους «κομπλεξικούς». Γιατί το Avatar –που το περίμενα με μεγάλη ανυπομονησία– δεν το λάτρεψα.
Η διατύπωση δεν είναι τυχαία. Η λέξη Avatar κουβαλά από μόνη της κράμα θεϊκό: η ακριβής της μετάφραση είναι μάλλον ασαφής, αν και το διαδικτυακό λεξικό “Alexandria” την ορίζει στα ελληνικά ως «θεϊκή ενσάρκωση», ερμηνεία που θα κρατήσω προς χάριν αυτού του κειμένου. Αναλόγως, η ταινία Avatar βρίθει «πιστών» ανάμεσα στους κινηματογραφόφιλους. Διάολε, είναι η νέα ταινία του Τζέιμς Κάμερον, δώδεκα χρόνια (και βάλε) μετά τον σαρωτικό Τιτανικό, η ταινία που, λέει, δεν έγινε νωρίτερα επειδή η τεχνολογία που είχε στα χέρια της ο Δημιουργός Κάμερον δεν ήταν αρκετά ανεπτυγμένη. Εννοούσε την τεχνολογία των τριών διαστάσεων.
Από τη δεκαετία του 50, βέβαια, οι θαμώνες των σκοτεινών αιθουσών φορούσαν τα ειδικά γυαλιά που προσέδιδαν στην εκάστοτε 3D ταινία ένα βάθος πεδίου που πλησίαζε, είτε πολύ, είτε ελάχιστα, αυτό της πραγματικότητας. Και αναλόγως του φιλμ, διάφορα αντικείμενα πεταγόντουσαν από την οθόνη. Ψαλίδια στο Τηλεφωνήσατε Ασφάλεια Αμέσου Δράσεως (1954), σπλάχνα στο Σάρκα Για Τον Φράνκενστάιν (1973), μέχρι το παπάρι του John Holmes στο Hard Skin (1977). Το 3D επανήλθε ως μόδα κάπου στις αρχές των 80s και χάθηκε μετά από μια σειρά μετριότατων ταινιών τρόμου. Η ψηφιακή επανάσταση όμως (στην οποία πρωτοστάτησε ο Cameron με τον δεύτερο Terminator του, το 1991) ήρθε να προσφέρει τις υπηρεσίες της στο φθαρμένο αυτό «θέλγητρο». Κι έτσι, είδαμε ταινίες σαν το Beowulf και το The Final Destination, που προσέφεραν ως κυριότερο προσόν τους τη σιγουριά της ψευδαίσθησης. Το «εφέ» πλέον λειτουργεί και ο θεατής «βυθίζεται» με άνεση στο λούνα-παρκ που στήνουν γι’ αυτόν οι ορεξάτοι παραγωγοί.
Κάποιες συμβάσεις όμως είναι απαραίτητες: οι ταινίες συνήθως είναι σκοτεινές, προς αποφυγή μιας ενοχλητικής «θoλούρας» -η τεχνική παρουσιάζει ακόμη προβλήματα. Επίσης είναι απαραίτητες κάποιες περιστροφικές κινήσεις της κάμερας για να κάνει «κρα» το εφέ και, για τον ίδιο λόγο, η θέση λήψεως είναι πότε χαμηλή, πότε στα ουράνια –ποτέ «στη θέση της». Το αν η σκηνή το «σηκώνει» δραματουργικά είναι, συνήθως, αδιάφορο.
No problems here: το Avatar είναι λουσμένο στο φως, τρισδιάστατο όχι επειδή «πρέπει» αλλά επειδή «έτσι είναι» (ελπίζω να γίνομαι κατανοητός). Είναι ένα εντυπωσιακό τεχνικό επίτευγμα και, από μόνο του, ικανό να σηκώσει από την καρέκλα του τον «καναπεδάκια», αλλά και αυτόν που προτιμά να κλειδώνεται στο πολυαγαπημένο του home theater. Ο λόγος απλούστατος: αυτού του είδους η τρισδιάστατη εμπειρία ΔΕΝ μπορεί ν’ αναπαραχθεί πουθενά αλλού παρά μόνο σε ειδικά διαμορφωμένες κινηματογραφικές αίθουσες. Επίσης, είναι απόρθητη στις διαθέσεις των εκάστοτε «πειρατών». Καμιά κρυμμένη βιντεοκάμερα, όσο καλή κι αν είναι, δεν θα μπορέσει να καταγράψει το θαύμα που μόνο τα μάτια σας μπορούν να δουν. Βλέπετε, δεν έχω μιλήσει ακόμη για την υπόθεση και οι θεϊκοί όροι δίνουν και παίρνουν. Τι συμβαίνει όμως στο Avatar;
Στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον, ο πλανήτης Πανδώρα σκυλεύεται από ανελέητους γήινους καπιταλιστές. Ο λόγος, ένα ορυκτό που αξίζει 20 εκατομμύρια δολάρια το κιλό. Μόνο που ο πλανήτης κατοικείται. Και οι κάτοικοί του δεν είναι διατεθειμένοι να επιτρέψουν στους γήινους την επικείμενη καταστροφή της χλωρίδας και πανίδας τους. Γιατί η Φύση της Πανδώρας κουβαλά θεϊκή υπόσταση, σοφία, ακόμη και αναμνήσεις ενός λαού, ενός ολάκερου πολιτισμού. Για να διευκολύνουν όμως τη δουλειά τους, οι δαιμόνιοι άνθρωποι χρησιμοποιούν ένα σύστημα που μεταφέρει τη συνείδηση ενός ατόμου σε ένα υβρίδιο ανθρώπων και ιθαγενών ανθρωποειδών του πλανήτη Πανδώρα (των λεγόμενων Na’vi), γνωστό ως “avatar”. Και ένας πεζοναύτης αναλαμβάνει να παρεισφρύσει στους Na’vi, με την ελπίδα να εξασφαλίσει τη βοήθειά τους -ή τουλάχιστον τη συναίνεσή τους- στην εξόρυξη του ορυκτού.
Άνθρωποι σε μηχανές, εναντίον ανθρώπων μέσα σε «ξένα» σώματα. Πολεμόχαροι και πολυεθνικές εναντίων οραματιστών και επαναστατών. Οι σημάνσεις όσο προφανείς γίνεται –δεν διαφέρουν καθόλου απ’ αυτές του Τιτανικού αν το καλοσκεφτείς (μόνο που στον Τιτανικό υπήρχε το βάρος μιας αληθινής τραγωδίας).
Στο τέλος βέβαια (μετά από εκατόν είκοσι λεπτά που, μεταξύ μας, θα μπορούσαν και να είναι λιγότερα) έρχεται ένα φινάλε αποθεωτικό. Οι σκηνές μαχών στέλνουν κατευθείαν το σαγόνι σου στο πάτωμα. Και η post-New-Age ματιά του Cameron, ολοφάνερη και λαμπερή. Όσο για τα συμβολικά βαφτίσια, εκεί χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα: Πανδώρα ο πλανήτης, τέκνα του Ναβή οι εξωγήινοι, Νεφερτίτη η ωραία ηρωίδα, Avatars οι καλοί και είμαι σίγουρος ότι μου έχουν ξεφύγει μια ντουζίνα τέτοιες αναφορές. Αναφορές που δεν φτιάχνουν μια δυνατή αλυσίδα, αλλά πασπαλίζουν το όλο concept με pseudo-intellectual μαϊντανό, ικανό για να θαμπώσει τους έφηβους, ανεξαρτήτως ηλικίας και ιδιότητας.
Το πιο σχιζοφρενικό; Χιλιάδες βγαίνουν από τις αίθουσες και αναφωνούν «ναι, αυτό είναι, επιστροφή στη φύση», μαγεμένοι από ένα σύμπαν που είναι 100% αφύσικο και τεχνητό. Κατασκευασμένο σε υπολογιστή. «Μα», θα μου πείτε, «το σινεμά είναι η τέχνη της ψευδαίσθησης, οπότε λες μαλακίες». Γιατί όμως ο Κάμερον που προτιμά τα sound-stages είναι καλύτερος από τον Τζον Μπούρμαν του Σμαραγδένιου Δάσους;
Και όλα αυτά σε μια εντελώς humor-less ταινία. Δεν υπάρχει ούτε στιγμή χαλάρωσης, μόνο μια σοβαρότητα που κρέμεται πάνω από τη δραματουργία, λες και το υπόβαθρο του Avatar δεν διαφέρει διόλου απ’ αυτό του 2001 ή της Ταρκοφσκικής Θυσίας. Ίσως βέβαια και να γίνει το Star Wars της γενιάς του. Μόνο που το τελευταίο δεν πούλησε φύκια για μεταξωτές κορδέλες, δεν πήρε ποτέ τον εαυτό του στα σοβαρά (άφθονα τα gags και οι πλάκες στις τρεις πρώτες ταινίες), απλά άφησε τους τρελαμένους οπαδούς του να το προάγουν σε θρήσκευμα και φυσικά το εκμεταλλεύτηκε -και καλά έκανε. Τούτο εδώ το φιλμ, απαιτεί λατρεία και σεβασμό. Όχι ως θέαμα αλλά ως περιεχόμενο. Το δείχνει ο, σχεδόν νεκρικά σοβαρός του τόνος. Και δεν το δικαιούται, όσο εντυπωσιακό, όσο καλοφτιαγμένο, όσο ονειρικό κι ας είναι. Γιατί πίσω από τη δράση και την καλλιέπεια, ο Κάμερον ρητορεύει. Άτσαλα, απλοϊκά και με μια επίφαση σπουδαιότητας που σπάει αρχίδια ελέφαντα.
Οι παραγωγοί πάντως ας στήσουν ένα Avatar για πάρτη του. Ο σκηνοθέτης έχει στήσει ένα υπερθέαμα με την κυριολεκτική έννοια του όρου και παράλληλα το έχει «ασφαλίσει» όσο γίνεται καλύτερα από το φόβητρο του downloading. Αυτό είναι και το σημαντικότερο (αν όχι το μοναδικό) του επίτευγμα.
AV(N)ATAR
Τώρα που τα ταμεία μετρούν τα κέρδη και ο Κάμερον ετοιμάζει το σίκουελ, ας μιλήσουμε λίγο πιο σοβαρά (και ουσιαστικά) για το πιο εντυπωσιακό πυροτέχνημα στην ιστορία του σύγχρονου σινεμά.
Λένε πως οι κριτικοί κινηματογράφου απολαμβάνουν να ρίχνουν στα Τάρταρα ταινίες που έχουν στοιχίσει δισεκατομμύρια. Ταινίες-μεγαθήρια, ταινίες που συνοδεύονται από ένα σαρωτικό κύμα προώθησης, ταινίες σκηνοθετών γνωστών για την αγάπη τους προς τα πανάκριβα παιχνίδια. Και το απολαμβάνουν επειδή είναι οι ίδιοι κομπλεξικοί. Από τη ζήλια τους δηλαδή, που βλέπουν κάτι να τους ξεπερνά σε τέτοιο βαθμό. Και χύνουν μελάνι-δηλητήριο για να γλυκάνουν της μετριότητας το απωθημένο. Παρεμπιπτόντως, αυτοί που τα λένε αυτά, συνήθως, κάνουν την ίδια δουλειά. Ελπίζω πάντως να μην είμαι ένας από αυτούς τους «κομπλεξικούς». Γιατί το Avatar –που το περίμενα με μεγάλη ανυπομονησία– δεν το λάτρεψα.
Η διατύπωση δεν είναι τυχαία. Η λέξη Avatar κουβαλά από μόνη της κράμα θεϊκό: η ακριβής της μετάφραση είναι μάλλον ασαφής, αν και το διαδικτυακό λεξικό “Alexandria” την ορίζει στα ελληνικά ως «θεϊκή ενσάρκωση», ερμηνεία που θα κρατήσω προς χάριν αυτού του κειμένου. Αναλόγως, η ταινία Avatar βρίθει «πιστών» ανάμεσα στους κινηματογραφόφιλους. Διάολε, είναι η νέα ταινία του Τζέιμς Κάμερον, δώδεκα χρόνια (και βάλε) μετά τον σαρωτικό Τιτανικό, η ταινία που, λέει, δεν έγινε νωρίτερα επειδή η τεχνολογία που είχε στα χέρια της ο Δημιουργός Κάμερον δεν ήταν αρκετά ανεπτυγμένη. Εννοούσε την τεχνολογία των τριών διαστάσεων.
Από τη δεκαετία του 50, βέβαια, οι θαμώνες των σκοτεινών αιθουσών φορούσαν τα ειδικά γυαλιά που προσέδιδαν στην εκάστοτε 3D ταινία ένα βάθος πεδίου που πλησίαζε, είτε πολύ, είτε ελάχιστα, αυτό της πραγματικότητας. Και αναλόγως του φιλμ, διάφορα αντικείμενα πεταγόντουσαν από την οθόνη. Ψαλίδια στο Τηλεφωνήσατε Ασφάλεια Αμέσου Δράσεως (1954), σπλάχνα στο Σάρκα Για Τον Φράνκενστάιν (1973), μέχρι το παπάρι του John Holmes στο Hard Skin (1977). Το 3D επανήλθε ως μόδα κάπου στις αρχές των 80s και χάθηκε μετά από μια σειρά μετριότατων ταινιών τρόμου. Η ψηφιακή επανάσταση όμως (στην οποία πρωτοστάτησε ο Cameron με τον δεύτερο Terminator του, το 1991) ήρθε να προσφέρει τις υπηρεσίες της στο φθαρμένο αυτό «θέλγητρο». Κι έτσι, είδαμε ταινίες σαν το Beowulf και το The Final Destination, που προσέφεραν ως κυριότερο προσόν τους τη σιγουριά της ψευδαίσθησης. Το «εφέ» πλέον λειτουργεί και ο θεατής «βυθίζεται» με άνεση στο λούνα-παρκ που στήνουν γι’ αυτόν οι ορεξάτοι παραγωγοί.
Κάποιες συμβάσεις όμως είναι απαραίτητες: οι ταινίες συνήθως είναι σκοτεινές, προς αποφυγή μιας ενοχλητικής «θoλούρας» -η τεχνική παρουσιάζει ακόμη προβλήματα. Επίσης είναι απαραίτητες κάποιες περιστροφικές κινήσεις της κάμερας για να κάνει «κρα» το εφέ και, για τον ίδιο λόγο, η θέση λήψεως είναι πότε χαμηλή, πότε στα ουράνια –ποτέ «στη θέση της». Το αν η σκηνή το «σηκώνει» δραματουργικά είναι, συνήθως, αδιάφορο.
No problems here: το Avatar είναι λουσμένο στο φως, τρισδιάστατο όχι επειδή «πρέπει» αλλά επειδή «έτσι είναι» (ελπίζω να γίνομαι κατανοητός). Είναι ένα εντυπωσιακό τεχνικό επίτευγμα και, από μόνο του, ικανό να σηκώσει από την καρέκλα του τον «καναπεδάκια», αλλά και αυτόν που προτιμά να κλειδώνεται στο πολυαγαπημένο του home theater. Ο λόγος απλούστατος: αυτού του είδους η τρισδιάστατη εμπειρία ΔΕΝ μπορεί ν’ αναπαραχθεί πουθενά αλλού παρά μόνο σε ειδικά διαμορφωμένες κινηματογραφικές αίθουσες. Επίσης, είναι απόρθητη στις διαθέσεις των εκάστοτε «πειρατών». Καμιά κρυμμένη βιντεοκάμερα, όσο καλή κι αν είναι, δεν θα μπορέσει να καταγράψει το θαύμα που μόνο τα μάτια σας μπορούν να δουν. Βλέπετε, δεν έχω μιλήσει ακόμη για την υπόθεση και οι θεϊκοί όροι δίνουν και παίρνουν. Τι συμβαίνει όμως στο Avatar;
Στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον, ο πλανήτης Πανδώρα σκυλεύεται από ανελέητους γήινους καπιταλιστές. Ο λόγος, ένα ορυκτό που αξίζει 20 εκατομμύρια δολάρια το κιλό. Μόνο που ο πλανήτης κατοικείται. Και οι κάτοικοί του δεν είναι διατεθειμένοι να επιτρέψουν στους γήινους την επικείμενη καταστροφή της χλωρίδας και πανίδας τους. Γιατί η Φύση της Πανδώρας κουβαλά θεϊκή υπόσταση, σοφία, ακόμη και αναμνήσεις ενός λαού, ενός ολάκερου πολιτισμού. Για να διευκολύνουν όμως τη δουλειά τους, οι δαιμόνιοι άνθρωποι χρησιμοποιούν ένα σύστημα που μεταφέρει τη συνείδηση ενός ατόμου σε ένα υβρίδιο ανθρώπων και ιθαγενών ανθρωποειδών του πλανήτη Πανδώρα (των λεγόμενων Na’vi), γνωστό ως “avatar”. Και ένας πεζοναύτης αναλαμβάνει να παρεισφρύσει στους Na’vi, με την ελπίδα να εξασφαλίσει τη βοήθειά τους -ή τουλάχιστον τη συναίνεσή τους- στην εξόρυξη του ορυκτού.
Άνθρωποι σε μηχανές, εναντίον ανθρώπων μέσα σε «ξένα» σώματα. Πολεμόχαροι και πολυεθνικές εναντίων οραματιστών και επαναστατών. Οι σημάνσεις όσο προφανείς γίνεται –δεν διαφέρουν καθόλου απ’ αυτές του Τιτανικού αν το καλοσκεφτείς (μόνο που στον Τιτανικό υπήρχε το βάρος μιας αληθινής τραγωδίας).
Στο τέλος βέβαια (μετά από εκατόν είκοσι λεπτά που, μεταξύ μας, θα μπορούσαν και να είναι λιγότερα) έρχεται ένα φινάλε αποθεωτικό. Οι σκηνές μαχών στέλνουν κατευθείαν το σαγόνι σου στο πάτωμα. Και η post-New-Age ματιά του Cameron, ολοφάνερη και λαμπερή. Όσο για τα συμβολικά βαφτίσια, εκεί χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα: Πανδώρα ο πλανήτης, τέκνα του Ναβή οι εξωγήινοι, Νεφερτίτη η ωραία ηρωίδα, Avatars οι καλοί και είμαι σίγουρος ότι μου έχουν ξεφύγει μια ντουζίνα τέτοιες αναφορές. Αναφορές που δεν φτιάχνουν μια δυνατή αλυσίδα, αλλά πασπαλίζουν το όλο concept με pseudo-intellectual μαϊντανό, ικανό για να θαμπώσει τους έφηβους, ανεξαρτήτως ηλικίας και ιδιότητας.
Το πιο σχιζοφρενικό; Χιλιάδες βγαίνουν από τις αίθουσες και αναφωνούν «ναι, αυτό είναι, επιστροφή στη φύση», μαγεμένοι από ένα σύμπαν που είναι 100% αφύσικο και τεχνητό. Κατασκευασμένο σε υπολογιστή. «Μα», θα μου πείτε, «το σινεμά είναι η τέχνη της ψευδαίσθησης, οπότε λες μαλακίες». Γιατί όμως ο Κάμερον που προτιμά τα sound-stages είναι καλύτερος από τον Τζον Μπούρμαν του Σμαραγδένιου Δάσους;
Και όλα αυτά σε μια εντελώς humor-less ταινία. Δεν υπάρχει ούτε στιγμή χαλάρωσης, μόνο μια σοβαρότητα που κρέμεται πάνω από τη δραματουργία, λες και το υπόβαθρο του Avatar δεν διαφέρει διόλου απ’ αυτό του 2001 ή της Ταρκοφσκικής Θυσίας. Ίσως βέβαια και να γίνει το Star Wars της γενιάς του. Μόνο που το τελευταίο δεν πούλησε φύκια για μεταξωτές κορδέλες, δεν πήρε ποτέ τον εαυτό του στα σοβαρά (άφθονα τα gags και οι πλάκες στις τρεις πρώτες ταινίες), απλά άφησε τους τρελαμένους οπαδούς του να το προάγουν σε θρήσκευμα και φυσικά το εκμεταλλεύτηκε -και καλά έκανε. Τούτο εδώ το φιλμ, απαιτεί λατρεία και σεβασμό. Όχι ως θέαμα αλλά ως περιεχόμενο. Το δείχνει ο, σχεδόν νεκρικά σοβαρός του τόνος. Και δεν το δικαιούται, όσο εντυπωσιακό, όσο καλοφτιαγμένο, όσο ονειρικό κι ας είναι. Γιατί πίσω από τη δράση και την καλλιέπεια, ο Κάμερον ρητορεύει. Άτσαλα, απλοϊκά και με μια επίφαση σπουδαιότητας που σπάει αρχίδια ελέφαντα.
Οι παραγωγοί πάντως ας στήσουν ένα Avatar για πάρτη του. Ο σκηνοθέτης έχει στήσει ένα υπερθέαμα με την κυριολεκτική έννοια του όρου και παράλληλα το έχει «ασφαλίσει» όσο γίνεται καλύτερα από το φόβητρο του downloading. Αυτό είναι και το σημαντικότερο (αν όχι το μοναδικό) του επίτευγμα.