Υπάρχουν και σήμερα, ίσως ευτυχώς, άνθρωποι που σε κάποια στιγμή συνάρπασαν κόσμο, έγιναν –έστω για λίγο- “talk of the town” και τώρα παραμένουν εξαφανισμένοι, ακόμα και μέσ’ από τη σιγουράτζα του googling. Η Αϊντέ Πολιτόφ είναι μια τέτοια περίπτωση, καθώς το 1967 έκανε ένα πολύ χτυπητό μπάσιμο στο σινεμά, από τα πρώτα λεπτά της «Συλλέκτριας» (“La Collectionneuse”) του, αποδημούντα πια, Ερίκ Ρομέρ. Η Αϊντέ συστήθηκε στο κοινό τσαλαβουτώντας στα νερά της Κυανής Ακτής, χαλαρά συνδεδεμένη με τις έννοιες bikini girl και Αναδυόμενη Αφροδίτη. Τα κοντινά πάνω στις γάμπες, τη μέση και το προφίλ του στρογγυλού της προσώπου με τη super-cool κοντή κουπ ήταν μες στο μυστήριο και τη χάρη: μια «δροσερή παρουσία», όπως θα ‘λεγε κι ένας ανάλαφρος κονφερανσιέ της εποχής.
Και τότε όπως και τώρα, οι πληροφορίες είναι ελάχιστες. Όταν ο «πρόλογός» της στην ταινία ολοκληρώθηκε, ακολούθησαν δύο ακόμα, πολύ πιο φλύαρες εισαγωγές, η μία για τον καλλιτέχνη Ντανιέλ (Ντανιέλ Πομερέλ) και η άλλη για τον φίλο του, αντικέρη Αντριέν (Πατρίκ Μποσό), σε κοσμικά περιβάλλοντα –αντί του φυσικού της Αϊντέ. Γι’ αυτούς μαθαίνουμε αρκετά περισσότερα: ο Ντανιέλ είναι μηδενιστής, αλλά του αρέσει να συζητά, δεν κάνει δηλαδή τίποτ’ άλλο απ’ αυτό. Ο Αντριέν αφήνει τη Μπιζανού (Μπιζανού Μπαρντό, αδελφή της Β.Β.), το μοντέλο-ερωμένη του, να πάει στο Λονδίνο για shooting, την ώρα που εκείνος επιζητά την αδράνεια των «πρώτων διακοπών μέσα σε δέκα χρόνια», όπου «δεν θα κάνει τίποτα απολύτως». Στη συνέχεια τα τρία αρχικά πορτρέτα θα βρεθούν μαζί στο ίδιο περιβάλλον, στη βίλα του κοινού –απόντα- φίλου Ροντόλφ, στο Σαν Τροπέ. «Από τη στιγμή που βρισκόταν εκεί το καλύτερο θα ήταν να την αφομοιώσω. Της έκανα αμέσως σαφές το περίγραμμα της σχέσης μας: απλή φιλία», ακούγεται να αφηγείται ο Αντριέν, τη στιγμή που τον βλέπουμε να ξεκουμπώνει το φερμουάρ του παντελονιού της λίγο πριν τσαλαβουτήσουν παρέα. «Ήξερα ότι θα επιθυμούσε ακριβώς το αντίθετο. Ένα φλερτ αυθάδικο και συνάμα τρυφερό». Η ταινία εκτυλίσσεται μέσ’ από το voice-over/σκοπιά του Αντριέν («γενικά οι άντρες στις ταινίες μου δεν προκαλούν ιδιαίτερη συμπάθεια», έλεγε ο Ρομέρ), ο οποίος διαβλέπει ένα νεφελώδες πλάνο της Αϊντέ να του αναστατώσει τις διακοπές. Εξάλλου αυτή είναι η «Συλλέκτρια» των αγαπητικών, που δηλώνει απροκάλυπτα ότι «η απόλυτη ευτυχία μού προκαλεί πλήξη». Ύστερα από ένα κλασικό Ρομερικό μακρόσυρτο, χαμηλότονο μπλα-μπλα, η «λύση» της ταινίας εναρμονίζεται με το γενικότερο πλαίσιο των «Έξι Ηθικών Ιστοριών», στο οποίο εντάσσεται και η «Συλλέκτρια». Η 20χρονη τότε Αϊντέ έγραψε τις ατάκες της μόνη της, όπως έκαναν και οι άλλοι δύο, και στη συνέχεια όλα μαζί συνυφάνθηκαν στα διαδοχικά one-takes της ταινίας. Έτσι ουσιαστικά οι μόνες «πραγματικές» πληροφορίες που μπορεί κανείς μέχρι σήμερα να βρει κανείς για εκείνη είναι μέσ’ από τον ημι-μυθοπλαστικό χαρακτήρα που υποδήθηκε στη «Συλλέκτρια».
«Το κοινό λάτρεψε την Αϊντέ. Μάλιστα, ο Μαρσέλ Καρνέ τη διάλεξε αμέσως μετά, για την επόμενη ταινία που θα γύριζε», έλεγε ο Ρομέρ 10 χρόνια αργότερα. «Οι Νέοι Λύκοι» (“Les Jeunes Loups”) (1968) ήταν μια απόπειρα του βετεράνου τότε σκηνοθέτη της γαλλικής αβάν-γκαρντ να γυρίσει μια μοντέρνα ταινία γύρω από τον χίπικο αέρα που έπνεε στα κλαμπ του Παρισιού της εποχής. Η Αϊντέ υποδήθηκε εκεί τη Σιλβί, μια πιτσιρίκα που ερωτεύεται για πρώτη φορά, προδίδεται, αλλά στο τέλος χαμογελά. Η ταινία αυτή θάφτηκε γενικώς και χάθηκε από προσώπου Γης, η Νουβέλ Βαγκ έπνεε τα δικά της λοίσθια μετά το Μάη, η λύση για την Αϊντέ όπως και για ένα πλήθος παγκόσμιων στάρλετ, καθώς έμπαιναν τα 70s, ήταν η Ιταλία με τις σωρηδόν τσοντοδρακουλέ (αγαπημένος όρος, δανεισμένος από έναν φίλο) παραγωγές, που έδιναν έστω αξιοπρεπή μεροκάματα -κάποιες απ’ αυτές μάλιστα είναι έως και απολαυστικές. Η Αϊντέ έπαιξε σε πέντ-έξι τέτοιες ταινίες, με το αρκούντως ψυχεδελικό “Le Regine” (1970), του Τονίνο Τσέρβι (παραγωγού της «Κόκκινης Ερήμου» του Αντονιόνι) να ξεχωρίζει, μπουκωμένο καθώς είναι σε χρώματα και στιλ. Προσθέστε κι ένα ακόμα μικρό πέρασμα από τον καμβά του Ρομέρ («Ο Έρωτας το Απόγευμα», 1972), συν έναν πρωταγωνιστικό ρόλο –μετά από 12 χρόνια και πάλι ως Αϊντέ- στο οικογενειακό δράμα «Η Γυναίκα που Κλαίει» (1979) του Ζακ Ντουαγιόν. Από το 1981 και πέρα τα trivia της αναζητούνται, ενώ η Wikipedia την αγνοεί…
HAYDEE POLITOFF
Υπάρχουν και σήμερα, ίσως ευτυχώς, άνθρωποι που σε κάποια στιγμή συνάρπασαν κόσμο, έγιναν –έστω για λίγο- “talk of the town” και τώρα παραμένουν εξαφανισμένοι, ακόμα και μέσ’ από τη σιγουράτζα του googling. Η Αϊντέ Πολιτόφ είναι μια τέτοια περίπτωση, καθώς το 1967 έκανε ένα πολύ χτυπητό μπάσιμο στο σινεμά, από τα πρώτα λεπτά της «Συλλέκτριας» (“La Collectionneuse”) του, αποδημούντα πια, Ερίκ Ρομέρ. Η Αϊντέ συστήθηκε στο κοινό τσαλαβουτώντας στα νερά της Κυανής Ακτής, χαλαρά συνδεδεμένη με τις έννοιες bikini girl και Αναδυόμενη Αφροδίτη. Τα κοντινά πάνω στις γάμπες, τη μέση και το προφίλ του στρογγυλού της προσώπου με τη super-cool κοντή κουπ ήταν μες στο μυστήριο και τη χάρη: μια «δροσερή παρουσία», όπως θα ‘λεγε κι ένας ανάλαφρος κονφερανσιέ της εποχής.
http://www.youtube.com/watch?v=75JH3UbW1H8
Και τότε όπως και τώρα, οι πληροφορίες είναι ελάχιστες. Όταν ο «πρόλογός» της στην ταινία ολοκληρώθηκε, ακολούθησαν δύο ακόμα, πολύ πιο φλύαρες εισαγωγές, η μία για τον καλλιτέχνη Ντανιέλ (Ντανιέλ Πομερέλ) και η άλλη για τον φίλο του, αντικέρη Αντριέν (Πατρίκ Μποσό), σε κοσμικά περιβάλλοντα –αντί του φυσικού της Αϊντέ. Γι’ αυτούς μαθαίνουμε αρκετά περισσότερα: ο Ντανιέλ είναι μηδενιστής, αλλά του αρέσει να συζητά, δεν κάνει δηλαδή τίποτ’ άλλο απ’ αυτό. Ο Αντριέν αφήνει τη Μπιζανού (Μπιζανού Μπαρντό, αδελφή της Β.Β.), το μοντέλο-ερωμένη του, να πάει στο Λονδίνο για shooting, την ώρα που εκείνος επιζητά την αδράνεια των «πρώτων διακοπών μέσα σε δέκα χρόνια», όπου «δεν θα κάνει τίποτα απολύτως». Στη συνέχεια τα τρία αρχικά πορτρέτα θα βρεθούν μαζί στο ίδιο περιβάλλον, στη βίλα του κοινού –απόντα- φίλου Ροντόλφ, στο Σαν Τροπέ. «Από τη στιγμή που βρισκόταν εκεί το καλύτερο θα ήταν να την αφομοιώσω. Της έκανα αμέσως σαφές το περίγραμμα της σχέσης μας: απλή φιλία», ακούγεται να αφηγείται ο Αντριέν, τη στιγμή που τον βλέπουμε να ξεκουμπώνει το φερμουάρ του παντελονιού της λίγο πριν τσαλαβουτήσουν παρέα. «Ήξερα ότι θα επιθυμούσε ακριβώς το αντίθετο. Ένα φλερτ αυθάδικο και συνάμα τρυφερό». Η ταινία εκτυλίσσεται μέσ’ από το voice-over/σκοπιά του Αντριέν («γενικά οι άντρες στις ταινίες μου δεν προκαλούν ιδιαίτερη συμπάθεια», έλεγε ο Ρομέρ), ο οποίος διαβλέπει ένα νεφελώδες πλάνο της Αϊντέ να του αναστατώσει τις διακοπές. Εξάλλου αυτή είναι η «Συλλέκτρια» των αγαπητικών, που δηλώνει απροκάλυπτα ότι «η απόλυτη ευτυχία μού προκαλεί πλήξη». Ύστερα από ένα κλασικό Ρομερικό μακρόσυρτο, χαμηλότονο μπλα-μπλα, η «λύση» της ταινίας εναρμονίζεται με το γενικότερο πλαίσιο των «Έξι Ηθικών Ιστοριών», στο οποίο εντάσσεται και η «Συλλέκτρια». Η 20χρονη τότε Αϊντέ έγραψε τις ατάκες της μόνη της, όπως έκαναν και οι άλλοι δύο, και στη συνέχεια όλα μαζί συνυφάνθηκαν στα διαδοχικά one-takes της ταινίας. Έτσι ουσιαστικά οι μόνες «πραγματικές» πληροφορίες που μπορεί κανείς μέχρι σήμερα να βρει κανείς για εκείνη είναι μέσ’ από τον ημι-μυθοπλαστικό χαρακτήρα που υποδήθηκε στη «Συλλέκτρια».
«Το κοινό λάτρεψε την Αϊντέ. Μάλιστα, ο Μαρσέλ Καρνέ τη διάλεξε αμέσως μετά, για την επόμενη ταινία που θα γύριζε», έλεγε ο Ρομέρ 10 χρόνια αργότερα. «Οι Νέοι Λύκοι» (“Les Jeunes Loups”) (1968) ήταν μια απόπειρα του βετεράνου τότε σκηνοθέτη της γαλλικής αβάν-γκαρντ να γυρίσει μια μοντέρνα ταινία γύρω από τον χίπικο αέρα που έπνεε στα κλαμπ του Παρισιού της εποχής. Η Αϊντέ υποδήθηκε εκεί τη Σιλβί, μια πιτσιρίκα που ερωτεύεται για πρώτη φορά, προδίδεται, αλλά στο τέλος χαμογελά. Η ταινία αυτή θάφτηκε γενικώς και χάθηκε από προσώπου Γης, η Νουβέλ Βαγκ έπνεε τα δικά της λοίσθια μετά το Μάη, η λύση για την Αϊντέ όπως και για ένα πλήθος παγκόσμιων στάρλετ, καθώς έμπαιναν τα 70s, ήταν η Ιταλία με τις σωρηδόν τσοντοδρακουλέ (αγαπημένος όρος, δανεισμένος από έναν φίλο) παραγωγές, που έδιναν έστω αξιοπρεπή μεροκάματα -κάποιες απ’ αυτές μάλιστα είναι έως και απολαυστικές. Η Αϊντέ έπαιξε σε πέντ-έξι τέτοιες ταινίες, με το αρκούντως ψυχεδελικό “Le Regine” (1970), του Τονίνο Τσέρβι (παραγωγού της «Κόκκινης Ερήμου» του Αντονιόνι) να ξεχωρίζει, μπουκωμένο καθώς είναι σε χρώματα και στιλ. Προσθέστε κι ένα ακόμα μικρό πέρασμα από τον καμβά του Ρομέρ («Ο Έρωτας το Απόγευμα», 1972), συν έναν πρωταγωνιστικό ρόλο –μετά από 12 χρόνια και πάλι ως Αϊντέ- στο οικογενειακό δράμα «Η Γυναίκα που Κλαίει» (1979) του Ζακ Ντουαγιόν. Από το 1981 και πέρα τα trivia της αναζητούνται, ενώ η Wikipedia την αγνοεί…