Η ΔΙΨΑ


Υπεύθυνος για τις πιο συζητημένες και δημοφιλείς, πέρα από τις αμερικανικές, ταινίες της πρόσφατης περιόδου (η «τριλογία της εκδίκησης» -“Sympathy For Mr Vengeance”, “Old Boy” και “Lady Vengeance”-, αλλά και το  “I’m a Cyborg, But That’s OK”), ο Τσαν-Γουκ Παρκ συνεχίζει να εξελίσσεται, παρουσιάζοντάς μας την πολυαναμενόμενη «Δίψα», που του χάρισε, μετά το “Old Boy” ορισμένες επιπλέον δάφνες από τις Κάνες (Ειδικό Βραβείο Επιτροπής 2009). Συνεχίζοντας στη λογική των «στοιχειωμένων» ηρώων, ο Παρκ βάζει στο κέντρο του κάδρου του έναν ταπεινό καθολικό ιερέα, ο οποίος συμμετέχει με όλη την καλή του πρόθεση σ’ ένα ιατρικό πείραμα που αποσκοπεί να καταπολεμήσει έναν θανατηφόρο ιό. Στην πορεία όμως το πείραμα στραβώνει και ο Παπα-Σανγκ (Σονγκ Κανγκ-Χο) θα βγει από την όλη διαδικασία αρκετά αλλαγμένος, διψασμένος για αίμα και… χμ… σεξ. «Υπάρχουν πολλά συσσωρευμένα κλισέ στις δυτικές βαμπιρικές ταινίες», έχει πει ο Παρκ, «κι εγώ σκέφτηκα ότι εφόσον δοκίμαζα να αφαιρέσω τα κλισέ αυτά, θα προέκυπτε και κάτι διαφορετικό, κάτι μοναδικό». Ο Παρκ αναζήτησε τη βάση για να ξεφύγει από τα τετριμμένα πάνω στην «Τερέζα Ρακέν» του Εμίλ Ζολά και ο χαρακτήρας της εγκλωβισμένης Τερέζας του 1867 βρήκε μια ενσάρκωση στην Τάε-Γιού (Κιμ Οκ-Μπιν), η οποία επίσης διψά, όμως για άλλο λόγο, καθώς θέλει να ξεφύγει από έναν άστοχο γάμο. Ο ιερέας-βαμπίρ θ’ αρχίσει να επισκέπτεται το ζευγάρι της Τάε-Γιού και του –καχεκτικού παιδικού του φίλου- Κανγκ-Γου (Σιν Χα-Κιούν) όλο και πιο συχνά, και όλοι μαζί θα περνούν ευχάριστες ώρες παίζοντας μα-τζονγκ (το απόλυτο ασιατικό τυχερό παιχνίδι). Όλα αυτά μέχρις ότου ο Παπα-Νοσφεράτου χυμήξει στη σύζυγο του φίλου του και αρχίσει η περιπλάνηση των δυο τους σε συνεχή αναζήτηση του ζωτικού κόκκινου υγρού.  Όλα αυτά όμως δίχως τον κλασικό δρακουλίστικο μυστικισμό, αφού, όπως περιέγραψε τις προθέσεις του ο ίδιος ο Παρκ, «ήθελα να αντιμετωπίσω το θέμα του βαμπιρισμού σαν κάτι σχεδόν βιολογικό, σαν μια ασθένεια που χρειάζεται θεραπεία». Στο νατουραλιστικό σκηνικό που επιδιώκει να στήσει έρχονται να προστεθούν οι κυρίως χώροι της ταινίας, πληκτικά σπίτια, νοσοκομεία και άδειοι δρόμοι, σε χτυπητή αντίθεση με όλη τη γκόθικ εξτραβαγκάντζα που περικλείει τη μυθολογία των συγκεκριμένου τύπου ταινιών, με αποτέλεσμα ό,τι εξωπραγματικό συμβαίνει πάνω στην οθόνη να ντύνεται με περισσότερη αληθοφάνεια. Στην περίπτωση της «Δίψας», ο στιλιζαρισμένος, αισθητικά στιβαρός κόσμος του Παρκ επεκτείνεται περαιτέρω και ιδεολογικά, μια και στο τελικό επίκεντρο έρχεται το ζήτημα των εννοιών του Καθολικισμού και του βαμπιρισμού ως «καθαρά δυτικότροπων εννοιών» που φυτεύτηκαν με τον καιρό μέσα στην κορεάτικη κουλτούρα, σαν κάτι ανοίκειο που μπαίνει μέσα σ’ έναν ανθρώπινο οργανισμό. «Έτσι κι η ταινία μου ασχολείται με εξωτερικά στοιχεία που εισέρχονται μέσα σ’ ένα νέο περιβάλλον», συμπληρώνει ο –Καθολικός, όπως κι ο ήρωάς του- σκηνοθέτης.
Σενάριο: Τσαν-Γουκ Παρκ & Τζέονγκ Σέο-Γκίεονγκ
Σκηνοθεσία: Τσαν-Γουκ Παρκ
Ηθοποιοί: Σονγκ Κανγκ-Χο, Κιμ Οκ-Μπιν, Σιν Χα-Κιούν

Προβάλλεται στους κινηματογράφους από 11 Μαρτίου

Popularity: unranked [?]

Share this!
  • Facebook
  • MySpace
  • Twitter
  • del.icio.us
  • Google Bookmarks
This entry was posted in cinema and tagged , . Bookmark the permalink. Both comments and trackbacks are currently closed.